Monday, November 21, 2016

Koμμάτι 9 - Disturbing

Κάποτε 2 φίλες μου κάνανε δώρο μερικα μάθήματα δημιουργικής γραφής. Ήταν πολύ όμορφο εκ μέρους τους να σκεφτούν να μου κάνουν ένα τόσο πρωτότυπο δώρο, οπότε και ξεκίνησα να πηγαίνω στα μαθήματα. Δυστυχώς έχωντας παρακολουθήσει μαθήματα σεναριογραφίας, δεν ήτανε πολλά τα καινούρια πράγματα που μπορούσα να αποκομήσω απο την όλη διαδικασία. 

Το περισσότερο ενδιαφέρον για μένα σε αυτά τα μαθήματα ήταν οι ασκήσεις. Στις ασκήσεις άλλωστε μπορούσα να βγάλω τη φαντασία μου και τη δημιουργικότητά μου. Μια μέρα στο σεμινάριο, ξεκινήσαμε μια άσκηση στην οποία ο πρώτος μαθητής ξεκινούσε μια ιστορία σε ένα χαρτί και ο επόμενος την συνέχιζε χωρίς να μπορεί να δει όμως περισσότερο απο τις 2 τελαυταίες σειρές - κλασσικό παιχνίδι το οποίο παίζαμε και στο σχολείο για να περάσει η ώρα στο μάθημα. Θυμάμαι πως προσπάθησα τόσο ΜΑ ΤΟΣΟ πολύ να γυρίσω την ιστορία στο να αποκτήσει κάποιο ενδιαφέρον. Κάθε φορά που το χαρτί γυρνούσε στη σειράμου, διαβάζα όλο και κάτι ακόμα γλυκανάλατο για κάποιο κοριτσάκι με το αρκουδάκι του ή κάποιο ζευγάρι σε ρομαντικό δείπνο με θέα τη θάλασσα ή κάποιον άλλο εμετό κι η δικιά μου πινελιά ήταν πάντα κάτι που άλλαζε τα δεδομένα, τα έκανε πάντα πιο disturbing.

Πάντα πιο disturbing.
Αυτό ήταν ένα απο τα μεγάλα κολλήματά μου.

Ανήκω στη γενιά που πρόλαβε το να πηγαίνει στα βίντεοκλαμπ και να νοικιάζει κασσέτες. Θυμάμαι να παίρνουμε το πρώτο βίντεο στο σπίτι και να το συνδέω μόνη μου στη τηλεόραση και ας ήμουν ίσως 5 χρονών. Το επόμενο βήμα ήταν να ξεκινήσω να πηγαίνω με τη μαμά μου στο βίντεοκλαμπ για να νοικιάζω παιδικά και να περνάω την ώρα μου στο σπίτι. Η βόλτα στο βίντεοκλαμπ είχε ενδιαφέρον για 2 λόγους, πρώτων για τον αυτονόητο - τα παιδικά, και δεύτερον γιατί όσο χάζευε η μαμά μου τις ταινίες, ξέκοβα λίγο χρόνο και πήγαινα στον τομέα με τα θρίλερ και κοίταζα ένα ένα αυτά τα πλαστικά που είχαν μέσα τα εξώφυλλα απο τις κασσέτες. Κοίταζα τα εξώφυλλα και τα γύριζα και απο πίσω για να δω τα screenshots απο την ταινία και όλο αυτό με εξίταρε και ανυπομονούσα να μεγαλώσω για να μπορώ να νοικιάζω τα θρίλερ.

Όντας απο παιδάκι βρυκόλακας στα ωράρια, τα βράδια που όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, εγώ ξενυχτούσα με την τηλεόραση, μέχρι που ένα βράδυ κάποιο κανάλι έπαιξε το Ψυχώ. Θυμάμαι να γνωρίζω την ύπαρξη αυτής της ταινίας και το στόρι πίσω απο το πόσο πολύ επηρέασε μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που δεν μπορούσαν να κάνουν ήσυχοι μπάνιο στη ντουζιέρα τους. Δεν μπορώ όμως να θυμηθώ γιατί την ήξερα αυτή την πληροφορία. Παρ' όλα αυτά είδα το έργο, βαρέθηκα, ξενέρωσα που δε μου φάνηκε τρομαχτικό και την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου να της πω οτι είδα την ταινία και δεν καταλαβαίνω για πιο λόγο τρομάζανε τόσο πολύ οι μεγάλοι άνθρωποι με αυτή τη σκηνή, αφού δεν έδειχνε τίποτα. 

Fast forward στην τρίτη δημοτικού. Η χρονιά που θεώρησα οτι μεγάλωσα πια και είμαι έτοιμη να ξεκινήσω να βλέπω επιτέλους θρίλερ. Τα σαββατοκύριακα πρέπει να νοίκιαζα ίσως και 10 ταινίες ταυτόχρονα για να μπορέσω να κάνω catching up σε όλα εκείνα τα εξώφυλλα που έβλεπα μικρή. Είχα συντροφιά και τη κολλητή που συμμεριζόταν την ίδια λαχτάρα και έτσι ξεκίνησα το ταξίδι του fear entertainment. 

Παρασκευή και 13, Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες, Omen, Εξορκιστής, Hellraiser, Halloween, Η σιωπή των αμνών και οποιαδήποτε άλλη καλτίλα των 80s και early 90s πέρασε μπροστά απο τα παιδικά μου μάτια αφήνοντάς με ανεπηρέαστη. Ούτε είδα ποτέ εφιάλτες μετά απο τις ταινίες, ούτε φοβόμουν το σκοτάδι, ούτε τίποτα. Νομίζω οι καλές ατμοσφαιρικές ταινίες θρίλερ με ανησυχούσαν στον ίδιο βαθμό που το έκαναν και μεγαλώνοντας. Αφήνοντάς μου ένα φυσιολογικό creepyness απλά για να αποδείξουν οτι ήταν καλές ταινίες. Που δεν ήταν όλες. (μικρή παύση για να εκτιμήσουμε τις παλιές καλές κινηματογραφικές στιγμές που τα θρίλερ είχαν ατμόσφαιρα και αποτυπώνανε μέσα σου φρικιαστικές εικόνες και δεν στηρίζονταν στα άπειρα screamers).

Όλη αυτή η αύρα που κουβαλούσα συνεχιζόταν σε πολλούς τομείς. Τα μόνα βιβλία που διάβαζα ήταν οι Ανατριχίλες και όταν αυτό δεν ήταν αρκετό προχώρησα σε Στίβεν Κίνγκ. Θυμάμαι στα καλλιτεχνικά μια μέρα μας είχαν ζητήσει να ζωγραφίσουμε το εξώφυλλο του αγαπημένου μας βιβλίου κι εγω ζωγράφισα Το Αυτό, σχεδιάζοντας τον κλόουν με τα μυτερά δόντια και αίματα τριγύρω.Έχω ακόμα ένα τετράδιο με τα παιδικά μου γράμματα, το οποίο έχει την πρώτη μου απόπειρα να γράψω το δικό μου βιβλίο με ιστορία τρόμου. Στο λύκειο πήρα μέρος σε ριτορικό διαγωνισμό εκφωνόντας λόγο που το θέμα του ήταν οι θόρυβοι που ακούμε στο σπίτι όταν πέφτουμε για ύπνο, τότε που όλα είναι ήσυχα και το επίπεδο στο οποίο αγνοούμαι την ύπαρξη των folklore τεράτων που μπορεί τελικά να δημιουργούν αυτούς τους ήχους.

Κατα τ' άλλα ούτε το gore έδειχνε να με αναστατώνει.

Το μισό γυμνάσιο πέρασε με το να με λένε σατανίστρια λόγο της μανίας μου με την (κακή πλευρά) του υπερφυσικού (μάγισσες, σατανάς, μαύρη μαγεία κτλ) και το άλλο μισό με το να εκτυπώνω τις φωτογραφίες του τότε αγαπημένου rotten.com και να γράφω δίπλα λεζάντες τύπου "σπαζοκεφαλιά" δίπλα σε πτώματα με ανοιγμένα κεφάλια. Και όλο αυτό συνοδευόταν και απο τον θαυμασμό μου προς την Dana Scully που με είχε κάνει να θέλω όσο τίποτα να καταφέρω να γίνω ιατροδικαστής. Όχι fbiστής, ιατροδικαστής σκέτο. Παντα άλλωστε σε όσες ταινίες ή σειρές υπήρχαν forensics, ο ιατροδικαστής ήταν ο αγαπημένος μου ήρωας ακόμα κι αν ήταν κομπάρσος.

Κανένας ποτέ δεν θεώρησε οτι κάτι απο όλα αυτά δεν ήταν νορμάλ. Βασικά μόνο η μάνα του πρώτου μου γκόμενου κι εκείνες οι συμμαθήτριες που με λέγανε σατανίστρια. Όλοι οι υπόλοιποι ή το αγνοούσαν ή το θεωρούσαν φυσιολογικό.

Σήμερα, ακόμα το μυαλό μου τρελαίνεται με το τι είναι πραγματικά disturbing και με το πως θα μπορούσα να δημιουργήσω εγω κατι disturbing. Όλο αυτό το mind fuck που συμβαίνει όταν μη φυσιολογικές εικόνες, ήχοι, φωτισμοί και σκοτεινά υπονοούμενα ενώνονται και προκαλούν αναστάτωση στις ζωτικές μας ενδείξεις.

Μου είναι πολύ σημαντικό να καταφέρω κάποτε να φτιάξω κάτι που θα προκαλέσει σε κάποιον μια άβολη αίσθηση, θα αυξήσει έστω και λίγο τους παλμούς του, θα αναρωτηθεί τι συμβαίνει και θα διστάσει να κοιτάξει πίσω του φοβούμενος οτι κάτι υπάρχει... 

Όπως πάντα, μαζεύω τα κομμάτια που με έχουν φτιάξει, τα αναλύω, τα φακελώνω και τα αντιμετωπίζω. Απαντήσεις δε μου δίνω στα γιατί, αλλά δεν χρειάζεται σε όλα. Πιστεύω κάποτε θα καταφέρω να υλοποιήσω κάποιες απο όλες τις δημιουργικές-καλλιτεχνικές μου ανησυχίες και ελπίζω πολύ μια απο αυτές να είναι κάτι που θα σας κάνει να πείτε "αυτό δε νιώθω καλά να το ξαναδώ"...


Thursday, November 10, 2016

Κομμάτι 8 - Αυτος ο κόσμος που αλλάζει


Κλισέ, αλλά κανείς δε ξέρει τι θα μας ξημερώσει αύριο.
Κάτι αρχίζει ή κάτι τελειώνει ή.... κάτι μένει ίδιο.
Νομίζω υπάρχουν άνθρωποι που τρέμουν να τους ξημερώσει η ρουτίνα. Σα να πρέπει να ανανεώνουν την καθημερινότητά τους όπως τα κύτταρα του δέρματός μας που πάντα αλλάζουν, αλλά κανείς δε το βλέπει κι ας είναι πάνω μας.

Οι αλλαγές είναι ο μεγαλύτερος φόβος κάποιου ή η ανακούφιση κάποιου άλλου. Και για μερικούς, οι αλλαγές είναι κάτι επιθυμητό, που και που, με προσεκτική επίβλεψη. Σα να είσαι κοπέλα και να θες μια αλλαγή στη ζωή σου και να πηγαίνεις να κάνεις 2 τόνους πιο ανοιχτές ανταύγιες στα μαλλιά σου. Ασήμαντα μικρό, αλλά τεράστιο μέσα σου.

Όλοι αντιμετωπίζουν αλλιώς τις αλλαγές, κι εγω -για άλλη μια φορά- στα άκρα.

Πάντα έκανα αλλαγές. Τεράστιες αλλαγές. Είναι μέρος μου απο τα πιο μικρά πράγματα στα πιο μεγάλα. Έχω πάει απο πολύ σκούρα καστανή σε πλατινέ ξανθιά, σε κοκκινομάλλα, σε μπλε-ροζ πράσινα μαλλιά. Έχω υπάρξει ροκού, γκοθού, χιπχοπού, κυριλέ που-πας-μωρη-κυρία με κοκτέιλ σε VIP club, μέχρι χύμα γκόμενα σε παγκάκι με μπύρα και σκισμένα καλσόν. 

Έχω συνεχώς την ανάγκη να αλλάζω. Τα μαγαζιά στέκια, οι περιοχές που συχνάζω, ακόμα και οι άνθρωποι. Κάθε χρόνο κάποιοι ή κάτι διαφορετικό που αναζητάω να με ανανεώσει ή να μου μάθει ή να με απογοητεύσει. Όλα  μπλεγμένα στα χέρια μου, με εμένα να τα πλέκω σε όμορφα πάτερνς που κάποιοι άλλοι βλέπουν σαν δύσκολους κόμπους. Με ευκολία και μαεστρία ξεγλυστράνε στα χέρια μου όλα όσα έρχονται, τα οποία κινώ, κρατάω, πετάω ή παρατηρώ.

Κι ενώ η ίδια αλλαζω, δεν κηνύγησα ποτέ καμιά αλλαγή. Συμβαίνουν επειδή τις τραβάει η μανία μου να φτιάξω το μεγάλο πλεκτό μου για να τυλιχτώ μέσα του και να με ζεστάνει.

Προφανώς λοιπόν και έχω μεγάλη φοβία με τις αλλαγές. Φοβάμαι να κάνω το επόμενο βήμα σε οτιδήποτε. Κι αν καούν τα μαλλιά μου; κι αν δεν μου αρέσει αυτή η σχολή; κι αν δεν περνάω καλα εκεί; κι αν δεν ταιριάζουμε;

Φοβάμαι, φρικάρω, καθυστερώ επίτηδες να πάρω αποφάσεις, κρύβομαι και δημιουργώ σενάρια και δικαιολογίες στον εαυτό μου, για να μην χρειαστεί να χάσω αυτό που ξέρω. Να μην βγω απο το comfort zone μου όπου όλα είναι άνετα και οικεία.

Κι εκεί που με μανία ενώνω περίτεχνα τους όμορφους κόμπους μου σα να μην υπάρχει αύριο, πετάω το πλεκτό και βυθίζω τις μεγάλωνες βελόνες μέσα μου, μέχρι να με διαπεράσουν και να με καρφώσουν στο πάτωμα, για να μην μπορώ να κουνηθώ, να φύγω, να συνεχίσω. Σε μια στιγμή όλο αυτό. Πάνω στην φόρα, τα πετάω όλα και μένω εκεί. Αρνούμενη να συνεχίσω αυτό που η ίδια λαχταρώ.

Ενδεχομένως απλά να είμαι κακομαθημένη και να μην έχω καταλάβει οτι γουστάρω μόνο τις αλλαγές που φέρνω η ίδια και όχι αυτές που μου τυχαίνουν, κι όμως ούτε γι' αυτό είμαι σίγουρη.

Όλο με προβληματίζω και καμιά φορά νιώθω πως κάθε φορά που αρχίζω να με καταλαβαίνω, ανοίγω μια νέα μαύρη τρύπα.
Ο άνθρωπος που έχει δμιουργήσει τα τατουαζ μου κάποτε με ρώτησε γιατί δεν γράφω κάτι πάνω μου, κάποια ατάκα που να με αντιπροσωπεύει ή κάποια λέξη. Του απάντησα οτι ποτέ δεν έχω μπει σε αυτή τη διαδικασία διότι δεν είμαι ποτέ ίδια και κάτι που μπορεί να με εκφράζει τώρα και να μπορεί να αποδοθεί σε λέξεις, ίσως να μην με εκφράζει πια στο μέλλον. Ενώ τουλάχιστον οι εικόνες, δεν παύουν να είναι όμορφα εικαστικά. Δεν είμαι ποτέ ίδια, του είπα. Και κάπως έτσι, του ζήτησα να κρύψει πάνω μου, μέσα σε σχήματα και χρώματα, ένα graffiti που λέει never the same.

Αυτό το ίδιο never the same που με αγχώνει και με ενοχλεί και με φοβίζει το πότε θα έρθει, με τον ίδιο τρόπο που με φοβίζει το πότε δε θα έρθει.

Το ξημέρωμα που κάνει κρύο, νομίζω τραβάω πανω μου το πλεκτό για να σκεπαστώ. Και έτσι όπως το κοιτάζω μισοκοιμισμένη, με όλα τα διαφορετικά (μ)πλεγμένα κομμάτια του, αντιλαμβάνομαι πόσο αρμονικά ίδιο είναι, γιατί στη τελική όλα είναι εγω. Ίσως εκεί μέσα στον ύπνο μου να βγάζω τις βελόνες που με μαγκώνουν, ώστε να ξεκινήσω τη μέρα χωρίς να θυμάμαι οτι ήμουν εγκλοβισμένη. 

Και στη τελική... είμαι;

Sunday, October 16, 2016

Κομμάτι 7 - Νερό

Οι συννεφιασμένες μερες ειναι οι πιο φωτεινές μερες. Ετςι μας μάθανε στο μάθημα media aesthetics οταν σπουδαζα. Άσχετα απο την έλλειψη επαφής του ηλίου με εσένα που σου στερεί την βιταμίνη D, τα σύννεφα λειτουργούν σαν φίλτρα διάθλασης, δημιουργώντας ιδανικές συνθήκες για τους φωτογράφους. 

Δημιουργούν και ένα ιδανικό τοπίο για το μυαλό μου. Η μουντιλα φτιάχνει μεςα μου ένα περίεργο σενάριο οτι ολα ειναι αλλιώς. Πιο φανταστικά, πιο κινηματογραφικά. Λιγότεροι άνθρωποι στους δρόμους. Φοβούνται μήπως βρέξει. Γιατί φοβάστε τη βροχη;

Απο μικρή ειχα πολυ καλη σχέση με το νερό. Οταν θέλανε να με ξεγελάσουν για να φάω φαγητά που δε μου άρεσαν, με άφηναν να γεμίσω μια λεκάνη με νερό και να παίξω με τις κούκλες μου, όσο το κουτάλι με τη ψαρόσουπα πηγαινοερχόταν απο το πιάτο στο στόμα μου. Η γαλήνη του νερού στα χέρια μου με ξεγελουσε. 

Στο εξοχικό εκστασιαζομουνα με τα λάστιχα. Τριγυρνουσα όλο το μεσημέρι και άνοιγα τις βρύσες με πρόφαση οτι ξεπλένω τα χώματα που παραςερνει ο αέρας και λερώνει την αυλή. Έτρεχε το νερό και ξέβγαζε το χώμα κι εγω το κοίταζα να τρέχει με οργασμικη ευχαρίστηση. Ακομα το κάνω. 

Αγαπάω τις έντονες καταιγίδες. Δεν με πειραζει να ειμαι έξω και να βρεχομαι. Ναι σίγουρα ειναι σπαστικό απο ένα σημείο και μετα που θες να νιώσεις τη ζεστη αγκαλιά των στεγνών ρούχων, αλλα η βροχη ειναι όμορφη. Και έρχεται μετα τη συννεφιά. 

Την περιμενω καθε χρονο. Να την ακούσω να κάνει θόρυβο πέφτοντας στους δρόμους. Να νιώθω την έκρηξη των μπουμπουνιτων. Να με ξυπνάει το πρωι και ταυτόχρονα να με νανουρίζει. 

Θυμάμαι μια υπέροχη καταιγίδα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι. Θυμάμαι όλη την αλλαγή στα χρώματα, την θερμοκρασία, το τοπίο. Εμεις, μια μικρή παρεα στη παραλία. Η μονη που δεν τα μάζεψε και έφυγε μόλις είδε τα σύννεφα να μαυρίζουν απειλητικά. Η θάλασσα τρομακτικά ήρεμη. Και τότε ξέσπασε μια απο τις πιο γερές μπόρες. Έκανε ζεστη και το εξοχικό ηταν κοντά οποτε απολάμβανα καθε σταγόνα πάνω μου. Η μαμά μιας φίλης μου ήρθε να μας μαζέψει αλλα εγω και άλλος ένας φίλος αρνηθήκαμε πολυ έντονα να γυρίσουμε πιςω με το αμαξι. Πήραμε τις σαγιονάρες στο χέρι και περπατήσαμε τους χωματόδρομους μεχρι τα σπίτια μας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την αίσθηση που ειχα στα πόδια καθώς περπατούσα πάνω στα λασπωμένα ρυάκια νερού που είχε δημιουργήσει η καταιγίδα. Ηταν τοςο ικανοποιητικό. Και μετα σπιτι, μονη μου, καθησα στη βεράντα και κοίταζα τις λαμπερές σχισμες του ουρανού και παρακολουθούσα τη ροη του νερού μεχρι που ξεπρόβαλε το ουράνιο τόξο. 

Η καταιγίδες λειτουργούν μεςα μου σαν ναρκωτικά. Δεν μπορω να το εξηγήσω. Ειναι το party drug μου γιατί με κάνουν να ηρεμώ απόλυτα αλλα ταυτόχρονα μπορούν να με εξιτάρουν και να ανεβάσουν την αδρεναλίνη μου. 

Εχω περπατήσει χειμώνα πολλα τετράγωνα με τα πόδια μεςα στα ποτάμια της βροχής, για να παω σπιτι και να πρεπει να αλλάξω μεχρι και βρακι. Γρήγορα και με δυσκολία, προσπαθώντας να πεταχτώ απο υπόστεγο σε υπόστεγο, ωςπου να καταλάβω πως ειναι μάταιο και να ακολουθήσω τον δρόμο μου χωρις να με νοιάζει πια ποσο μούσκεμα θα γίνω. Εχω ζήσει καταιγίδα σε καμπινγκ, να ειμαι σε μια σκηνή που στάζει και για ωρες να μην ξέρω τι απο τα πράγματα πρεπει να σώσω. 

Ολα μου άρεσαν. 
Οπως και όλες αυτές τις φορές που καθησα σε ένα παράθυρο ή μεςα στο αμαξι και κοίταζα το νερό να πέφτει με βία στα τζάμια. 


Μεςα στα σκοτάδια της συννεφιας, για μενα καθε μαυρίλα και καθε σταγόνα, ειναι η πιο φωτεινή μου στιγμη. Λάμπει το σύμπαν μου και αντανακλά τη ψυχη μου. 

Saturday, October 15, 2016

Koμμάτι 6 - Νότες

Όλη μου η ζωή ήταν πάντα μουσική.

Όλα είχαν νόημα με τις νότες. Απο τα soundtrack του Disney που με μανία άκουγα μικρή, στις παλιές κασέτες με Vivaldi του μπαμπά μέχρι τους ΖΝ στο γυμνάσιο. Όλα είχαν και έχουν νόημα.

Δεν είχε πάντα σημασία ο στίχος ή η μουσική. Κάποιες φορές με ταξίδεψε μια όμορφη μελωδία ή με ανατρίχιασε ένα συνταρακτικό beat. Άλλες έγραψα στα τετράδιά μου έναν στίχο που φωτογράφιζε το μέσα μου καλύτερα απ' ότι εγώ το καταλάβαινα.

Αλλά ναι. Όλοι έτσι έχουμε νιώσει με τη μουσική.

Κάθε είδος μέταλ, ραπ, ηλεκτρονική, ποπ, λαικά, μπλουζ, πειραματικά, έθνικ, όλα τα είδη τα πέρασα. Άκουσα τι είχαν να πουν κουλτούρες, λαοί, πληγωμένοι, θυμωμένοι, χαμένοι και χαρούμενοι.

Έγραφα κι εγω τους δικούς μου στίχους καμιά φορά. Ή έγραφα τις ιστορίες μου εμπνευσμένη απο τις νότες των μουσικών που κατέληξαν με κάποιο τρόπο μέσα στο κεφάλι μου.

Οι εικόνες με τον ήχο ήταν πάντα συνδεδεμένα πράγματα.

Μετά τραγούδησα. Όσα τα ένιωθα τα τραγούδησα. Βγήκα ξανά και ξανά σε σκηνές με ανθρώπους που περίμεναν να ανοίξω το στόμα μου και να τους ταξιδέψω κι εγω όπως έκαναν άλλοι με εμένα. Αλλά ποτέ δεν το πέτυχα. Όσα μικρόφωνα κι αν άλλαξα.

Και τότε πήρα τις μουσικές να τις κάνω κίνηση. Μπήκα σε ρόλους και προσπάθησα να κάνω το σώμα μου νότες και να προκαλέσει εικόνες πέρα απο αυτές που σχεδιάζω στο πάτωμα. Ούτε εκεί πέτυχα.

Γιατί δε βρίσκω τρόπο να εκπροσωπίσω αυτό που βράζει στο μυαλό μου; και γιατί έχω τόση ανάγκη πάντα να βρίσκομαι πάνω σε μια σκηνή με κόσμο; και οι νότες... πάντα με νότες. Απο 8 χρονών πάνω σε νότες μέσα σε ένα θέατρο, χωρίς να είμαι ο θεατής.

Ακόμα δεν έχω βρει τον τρόπο να ανατριχιάσω κάποιον όπως η μουσική κάνει εμένα να ανατριχιάζω.

Δεν ανταπέδωσα ακόμα ούτε στη μουσική, ούτε σε μένα, ούτε σε κάθε άγνωστο ή αγαπημένο γνωστό που θέλω να αγγίξω με κάτι δικό μου.

Tuesday, October 11, 2016

Κομμάτι 5 - Στα 23

Τα παρακάτω τα βρήκα σε ένα κομμάτι χαρτί μέσα σε ένα παλιό μου σημειωματάριο.
Αν και η μνήμη μου δε με βοηθάει να καταλάβω πολλά απο αυτά που γράφω, αναγνωρίζω όμως την μεγάλη αλλαγή που είχε ξεκινήσει μέσα μου.

Το αστείο είναι πως σήμερα 2 παιδικές φίλες με ρώτησαν πότε σταμάτησα να πιστεύω... 




23 πια.
Τα 24 με τρομάζουν. Πιο πολύ όμως άρχισε και με φοβίζει όλο αυτό το χάος που επικρατεί γύρω απο τη θεωρία οτι όλα γίνονται για καποιο λόγο, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αν είχα τότε μια απάντηση, θα ήμουν τώρα εδώ; Μήπως τελικά υπήρχε λόγος που εκείνη η απάντηση δεν ήρθε ποτέ; Μήπως έπρεπε μέσα σ' εκείνον τον ζεστό καιρό να χάσω τόσες μάχες για να κερδίσω κάτι καινούριο;
Μικρά κομμάτια που φαίνονται ασήμαντα, δε τα προσέχεις και τελικά κάποτε ανατρέχεις και λες να... αυτό έφταιγε, είτε με καλή είτε με κακή έννοια....

Εκείνος ο Μάρτης που αποφάσισα να στείλω βιογραφικό...
Μια μικρή κλήση στο χρόνο και σε βγάζει σε άλλη τοποθεσία και τελικά κοιτάς το τότε απο μίλια μακριά.

23 πια και πρώτη φορά δεν ήθελα να ζω με την σκέψη οτι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πάνω στους φόβους μου και τις ανασφάλειές μου πάτησε η μοίρα που με βόλευε ως τώρα να πιστεύω.
Ο κόσμος μου σεισμος και κατεδαφίσεις. Ένιωσα στιγμιαία πως δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο απο μένα. Εγώ ορίζω τα πάντα. Δε θέλω κανένα πεπρωμένο να μου στερεί τις χαρές μου ή να μου χαρίζει τα λάφυρα.

Ξυπνάω μετά τον πανικό πιο ήρεμη. Μήπως τελικά δεν έχω αλλάξεις Σ' ένα 24ωρο τίναξα το μυαλό μου. Δεν ξέρω πια αν θέλω την πίστη μου. Μήπως δεν την θέλω απλά φοβάμαι να την αποχωριστώ; 

Έχασα και την επαφή με το μέσα μου. Μήνες τώρα. Με μπερδεύει. Οι εαυτοί μου κρύβονται, έχω να τους νιώσω καιρό. Δεν ξέρουν και αυτοί που πατάνε. Με οδηγούν λάθος, όχι επίτειδες. Προαισθληματα χαμένα σε λαβύρινθο. 

Φταίω εγώ; Φταίει εκείνος; Αν είναι και αυτό δικαιολογία;

Τόσο σημαντική η απώλεια για μένα, αλλά μήπως τελικά...

Τελικά και τελικά....

Και τελικά.... ακόμα παιδεύομαι...

Monday, October 10, 2016

Κομμάτι 4 - Δωμάτια

1η δημοτικού.
Η γιαγια μου κάθε πρωί με έπερνε απο το χέρι και με πήγαινε λίγο πιο κάτω στη γειτονιά όπου περνούσε το σχολικό. Μέχρι το τέλος του δρόμου δεν ήταν πάνω απο 4 λεπτά περπάτημα και περνούσαμε και απο το αγαπημένο μου σημείο. Το τεράστιο εγκαταλελειμένο σπίτι.

Το σχολείο μου ήταν ένα ακριβό ιδιωτικό κολλέγιο σε μια έκταση που ενδεχομένως να είναι μεγαλύτερη απο πολλά μικρά χωριά στην Ελλάδα. Κι αυτό εμένα με έκανε ένα πολύ χαρούμενο 6χρονο. Γιατί είχα να εξερευνήσω έναν τεράστιο χώρο και να φτιάξω την περιπέτειά μου μέσα στα διάφορα δασάκια.

Η πρώτη μου κοπάνα ήταν τότε, στην 1η δημοτικού όπου αποφάσισα να πάρω μαζί μια φίλη και να πάραβλέψουμε το μάθημα της μουσικής για να δούμε τι έχει μέσα στο μεγάλο δάσος του σχολείου. Αντικειμενικά, η δασική έκταση είναι πολύ μεγάλη αλλά για τότε, για δυο παιδάκια μικρότερα του ενός μέτρου, ήταν πραγματικά ολόκληρο βασίλειο. Θυμάμαι πόσο ευτυχισμένη ήμουν να περπατάω μέσα στα δέντρα και να ψάχνω να βρω κάτι εξωπραγματικό.

Στο σχόλασμα, μάζεμα την μικρή σχολική τσάντα και πήγαινα στα σχολικά. Καμιά φορά μάθαινα για κάποιο παιδάκι που μπορεί να αργούσε και να έχανε το σχολικό. Μας λέγανε να μην καθυστερούμε όταν τελειώνουμε το μάθημα για να μην φοβόμαστε και κλαίμε μετά. Εμένα μου φαινότανε παράλογο να φοβάσαι να χάσεις το σχολικό. Στ' αλήθεια, μου φαινόταν παράλογο να κλαίς ενώ έχεις μέινει ολομόναχος στην άδεια έκταση με τα άδεια παλιά κτίρια που έμοιαζαν με μικρά σπιτάκια και το αγαπημένος δάσος. 

Οπότε δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω απο το να χάσω μια μέρα το σχολικό. Πήρα λοιπόν ξανά την καημένη φίλη μου και της είπα να κάνουμε οτι ξεχάσαμε κάτι για να γυρίσουμε στη τάξη να το πάρουμε και να περιμένουμε μέχρι να δούμε οτι αποχώρησαν όλα τα λεωφορεία. Πραγματικά δεν ξέρω γιατί συμφωνούσε σε όλες τις μαλακίες μου αυτή η κοπελίτσα και ούτε θα μάθω. Αφού λοιπόν το σχολείο άδειασε, είχε φτάσει η ώρα να ξεκινήσει η περιπέτεια. Για κακή μου τύχη όμως, μια μαμά γειτόνισα που έτυχε να έχει έρθει να πάρει η ίδια τη κόρη της μας είδε και μας πήρε μαζί της για να μας γυρίσει πίσω. 24 χρόνια μετά μπορώ μόνο να φανταστώ την αγωνία της γιαγιά μου που περίμενε στη στάση και δεν με είδε ποτέ να βγαίνω απο το σχολικό. Αλλά για τον 6χρονο εαυτό μου, απλά κάποιος μου χάλασε την περιπέτεια.

Δεν ξέρω πως μεγάλωνα αγαπώντας τόσο την περιπέτεια και πότε ξεκίνησα να φοβάμαι να ζήσω, όταν τίποτα δεν ήταν τυπικό για τον παιδικό εαυτό μου. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία τώρα.

Σημασία έχει πως με έλκυε όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, το να ακούσω την σιωπή που έχει να μου προσφέρει ένα μέρος και να φτιάξω την ιστορία μου.

Γυρνώντας σπίτι, στην διαδρομη των 4ων λεπτών, κοίταζα πάντα το εγκαταλελειμένο σπίτι. Ήταν ένα τεράστιο οικόπεδο που έφτανε μέχρι τον απο πάνω δρόμο. Η βλάστηση είχε κάνει κι εκείνη την δική της ζούγκλα και ανάμεσα ξεπρόβαλε το παλιό 2όροφο σπίτι. Κάθε μέρα για χρόνια έβλεπα αυτό το σπίτι και αναρωτιόμουν πότε και πως θα καταφέρω να μπω μέσα.

Μεγαλώνοντας προσπάθησα να μπω σε ότι εγκαταλελειμένο σπίτι βρισκόταν μπροστά μου. Στο εξοχικό μου είχε αρκετα και κατάφερνα να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Δεν μπορώ να το περιγράψω. Ένα εγκαταλελειμένο σπίτι είναι κάτι που έχει πεθάνει αλλά ζει. Μπορεί να μη ξέρεις την ιστορία του και να μη τη μάθεις και ποτέ, αλλά αν μπεις και περπατήσεις στα δωμάτιά του, μπορείς να πάρεις ένα κομμάτι του. Να ζούσαν άραγε παιδιά; ερωτευμένοι; κάποιος μόνος; να γίνονταν πάρτυ; να πέθανε κάποιος; να υπήρχε δυστυχία, ατυχία ή μικρές καθημερινές χαρές; Η μανία μου με το να εξερευνώ εγκαταλελειμένα σπίτια έφτανε το επίπεδο ψύχωσης. 

Η περιέργεια έφαγε τη γάτα μου λέγανε.
Ναι αλλά η ικανοποίηση την έφερε πίσω, απαντούσα.

3η λυκείου. Κάνω βόλτα μπροστά απο το γνωστό εγκαταλελειμένο σπίτι του δρόμου μου και ακόμα αναρωτιέμαι πως να είναι εκει μέσα. Τσαντισμένη κλοτσάω μια λαμαρίνα στην σκουριασμένη καγκελόπορτα. Και τη ρίχνω κάτω. Μια λαμαρίνα που άνοιγε ένα πέρασμα αρκετό για να χωρέσω άνετα απο κάτω.

Σοκαρίστηκα τόσο πολύ που δεν ήξερα πως να το αντιμετωπίσω. Ακούμπησα τη λαμαρίνα στη πόρτα απο εκεί που έπεσε για να μην καταλάβει κανένας τίποτα και έφυγα. Τις επόμενες μέρες δεν έκανα τίποτα άλλο απο το να μαζεύω φίλους και να μπαίνουμε μέσα.

Ο κήπος ήταν τεράστιος και τελικά τα χτίσματα ήταν 3. Το δεύτερο το γνώριζα αλλά το τρίτο δεν φαινόταν απο καμία πλευρά των 2 δρόμων που ένωνε το οικόπεδο. Η ζούγκλα μας δυσκόλευε στην μετακίνηση αλλά παράλληλα μας έκρυβε. Στο βάθος υπήρχε μια  πισίνα απο τις παλιές αίγλες της έπαυλης, η οποία πια ήταν καλυμένη με φυτά μέχρι πάνω και ίσα ίσα έβλεπες τις άκρες της. 

Το πρώτο σπίτι είχε πάντα μια πολύ βαριά αύρα. Πολύ ξύλο σε πατώματα και τοίχους, πολλά μικρά δωμάτια που συνδέονταν με περίεργο τρόπο και σκοτάδι. Στο πωτο σπίτι πάντα κάτι με τρόμαζε, πάντα κάτι γινόταν που με ανησυχούσε, μου πάγωνε το αίμα. Εκεί μέσα ήταν που για πρώτη φορά έζησα να πανικοβάλομαι σε επίπεδο που δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάτι που νόμιζα πως γινόταν μόνο στις ταινίες. Κι όμως ήμουν εκει μέσα. Περίμενα να επανέλθω στα λογικά μου για να κάνω ακόμα πιο βαθυά βήματα μέσα στο σπίτι. Μην περιμένετε κάποια υπερφυσική ιστορία πνευμάτων. Ήμουν λίγο πιο λογική απο αυτό. Θα ήθελα απλα να μην συναντήσω κάποιον παράνομο ένοικο του σπιτιού...

Το δεύτερο και μεγαλύτερο σπίτι ηταν το πιο όμορφο. Μεγάλα δωμάτια, μπαλκόνια, σκάλες να ενώνουν τους ορόφους σε διάφορα σημεία. Τόσο μαγικό. Σκεφτόμουν τους χορούς και τις δεξιώσεις που θα γίνονταν εκει μέσα. Πως να είναι άραγε να γυρνάς στο εγκαταλελειμένο σου σπίτι με όλες αυτές τις αναμνήσεις και να αντικρύζεις το φάντασμά του;

Η πιο όμορφη στιγμή μου ήταν που μας έπιασε βροχή. Και έμεινα εκεί, σε μια βεράντα να κοιτάζω το απέναντι σπίτι του οικοπέδου να παραδίνεται στη φύση. Βρεγμένο και πνιγμένο στα φυτά. Σκοτεινό και μόνο.

Το φρένο της περιέργειά μου ήταν τα υπόγεια. Δεν πήγα ποτέ κάτω να δω αν υπάρχει κάτι και πως είναι. Δεν πήγα ποτέ και στο 3ο μικρό σπιτάκι (που θεώρησα πως ήταν τα δωμάτια υπηρεσίας), κυρίως γιατί ήταν σε σημείο που πολύ εύκολα θα μας έβλεπαν απο τις γύρω πολυκατοικίες.

Στην ενήλικη ζωή μου το επισκέφτηκα πολύ λίγο. Την τελευταία φορά πέρασα κι ένα λουκέτο στη πόρτα για να ξέρω πως μπορώ να μπω μέσα μόνο εγώ, μέχρι που ήρθαν και γκρέμισαν τις μάντρες και φτιάξανε ένα φρούριο τριγύρω του. Είναι αδύνατο πια σχεδόν και το να δεις μέσα. Αλλά ξέρω οτι μπήκα. Και ίσως είναι το μόνο όνειρό μου που πραγματοποίησα μέχρι τώρα.

Μακάρι να είχα λέξεις να περιγαψω τι συμβαίνει μέσα μου όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη με όλα αυτά τα σπίτια που κάποιοι απλά άφησαν...

Πριν 2 χρόνια ξεκίνησα να ανακαλύπτω το μεταξουργείο. Πρώτα τα μαγαζιά, μετά τους ανρθώπους και τέλος τους δρόμους. Ποτέ δεν καταλάβαινα τι μπορεί να συνέβη σε μια περιοχή και τόσοι πολλοί άνθρωποι να εγκατέλειψαν τα σπίτια τους στο έλεος του χρόνου. Καμιά φορά έριχνα λίγο φως απο το κινητό και κοίταζα μέσα απο τις γρίλιες των παραθύρων. Μια μέρα είχα περάσει πολύ ώρα να χαζεύω εναν διάδρομο με μια ξύλινη γυριστή σκάλα και να φαντάζομαι τους ανθρώπους που ζούσαν αυτή την μικρούτσικη διαδρομή απο το ένα επίπεδο στο άλλο.

Πέρασε αρκετός καιρός για να αρχίσω να καταλαβαίνω πως είναι το μόνο μέρος -μετά το πολυαγαπημένο εξοχικό μου- που με ηρεμεί τόσο πολύ το να πηγαίνς βόλτες στους δρόμους του. Και το να αποζητώ να βρεθώ εκεί. Ναι βρέθηκα εκεί για τα μαγαζιά, ναι αγάπησα το εκεί για τους ανθρώπους. Αλλά καταλάβαινα πως ήταν κάτι ακόμα, κάτι περισσότερο, κάτι που είχε να κάνει με μένα. Και το κατάλαβα σήμερα. Με καλεί εκεί όλη αυτή η αύρα των δεκάδων εγκαταλελειμένων σπιτιών. Είναι άλλο ένα κομμάτι μου.

Περπάτησα για ώρα απόψε. Είναι λες και ανακαλύπτω όλο και περισσότερα απο αυτά τα σπίτια εκεί και πάντα προσπαθώ να κλέψω μια ματιά ανάμεσα απο τις σπασμένες πόρτες. Και θα γυρνάω πάντα, γιατί ίσως κάποτε κάποιος γκρεμισμένος τοίχος, με κάποιο τρόπο, να καταφέρει να μου πει την ιστορία του.

Sunday, October 9, 2016

Κομμάτι 3 - Αγοροκόριτσο

Ποτέ δεν ήμουν αγοροκόριτσο.
Είχα τρομερή αδυναμία στις Barbie και γενικότερα σχεδόν σε όλα τα παιχνίδια με ξεκάθαρα κοριτσίστικο target group. Το ίδιο ίσχυε και με όλα τα παιδικά που έβλεπα. Δύσκολα μου άρεσαν οι αγορίστικες βλακείες.

Τις απόκριες ήθελα να ντύνομαι πριγκίπισα ή βασίλισσα ή οτιδήποτε εμπεριείχε το να φορέσω μακριά εντυπωσιακά φορέματα, κορώνες, γκλίτερ και τα συναφή.

Με τα χρώματα μόνο ήμουν περίεργη.
Μεγάλωσα μέσα στο γαλάζιο, μιας και ο τυλιγμένος ομφάλιο λώρος ανάμεσα στα πόδια μου, έδωσε την εντύπωση οτι κυκλοφορούσα στη κοιλιά της μάνας μου με τσουτσούνι. Γαλάζιοι τοίχοι λοιπόν στο δωμάτιο, γαλάζιες κούνιες, γαλάζια όλα.

Αργότερα στο νηπιαγωγείο, το πρώτο μου αγαπημένο χρώμα ήταν το κίτρινο. Και μάλιστα θυμάμαι να μου την δινει που σε όλα τα κοριτσάκια άρεσε το ροζ. Φανταζόμουν να φοράω αυτά τα υπέροχα πριγκιπικά φορέματα, σε κίτρινο χρώμα και εκστασιαζόμουν. Αλλά σιγά σιγά, νομίζω κατάφερε να με πάρει κοντά του το ροζ.

Και ήμουν ροζ. Ένα μικρό ροζ κοριτσάκι που ακροβατούσε. Ακροβατούσε; Ακροβατούσε. Ανάμεσα στην ηρωίδα του παραμυθιού που περίμενε στο κάστρο να έρθει κάποιος να τη σώσει και την σούπερ ήρωα γκόμενα που μόνη της έσωζε το τομάρι της, μαζί με τον υπόλοιπο πλανήτη.

Το πρωτο δείγμα οτι πολλά πράγματα μέσα μου αντιτείθονταν στα άκρα.

Μέχρι που ήρθαν στη ζωή μου τα αγόρια. 

Η πρώτη εμπειρία μου ξεκινά στο νήπιο. Προτειμούσα να κάνω παρέα με αγόρια. Θυμάμαι πως συναναστρεφόμουν με τον Γιώργο και τον Μάριο με τους οποίους κατα κάποιον τρόπο είχα μια polyamorous σχέση. Εγω ήμουν εγώ κι εκείνοι ήταν τα αγόρια ΜΟΥ. Και μάλιστα επέλεγαν να είναι τα αγόρια ΜΟΥ. Με ακολουθούσαν παντού, καθόντουσαν δίπλα μου και αντιστέκονταν σθεναρά όταν άλλα κοριτσάκια προσπαθούσαν με βία να τους τραβήξουν απο το μανίκι για να κάτσουν μαζί τους (fucking true story!!!). Θυμάμαι πως ο Γιώργος ήταν πιο κουλ μαζί μου ενώ ο Μάριος ήταν αυτός που στράβωνε όταν απουσίαζα και μετά δεν μου μιλούσε. Στο τέλος της χρονιά όμως, αυτός ήταν που μου χάρισε το σετ σκουλαρίκια καρδιά με βέλος, τα οποία νομίζω έκλεψε απο την αδερφή του και μου τα έφερε σε πλαστικό διάφανο κουτάκι απο χανζαπλάστ. 
κρ
Ο τρόπος που τους κέρδισα ήταν απλός. Ήθελα να παίζω μαζί τους Spiderman, Iceman και Firestar. Ήμουν η δυναμική συμπαίκτριά τους. Μπορούσα να τους σώσω κι εγω καμια φορά, όχι μόνο αυτοί.

Και κάπως έτσι έχτισα τον σημερινό χαρακτήρα μου.

Στην εφηβεία πια, όταν ξεκίνησα να ενδιαφέρομαι για αγόρια η προσέγγισή μου ήταν ακριβώς η αντίθετη απο αυτό που έκαναν οι υπόλοιπες συμμαθήτριες. Αντί για ξεκινήσω να γίνομαι θυληκό, νόμιζα πως για να με θέλουν, πρέπει να τους μοιάζω. Ντυνόμουν λοιπόν με φαρδιά αγορίστηκα ρούχα, άκουγα "σκληρές" μουσικές και κοντραριζόμουν όσο μπορούσα μαζί τους. Συνήθως αυτό που θαύμαζα σε ένα αγόρι, προσπαθούσα να το κάνω καλύτερα. Γκραφίτι αυτοί; γκραφίτι κι εγω. Ταγκς σε όλο το σχολείο τα μεγάλα αλάνια; πάτημα απο πάνω τους σε όλο το σχολείο εγω. Έπαιρνα τρομερή ευχαρίστηση να μπορώ να αποδείξω στον εαυτό μου οτι μπορώ να κάνω ότι κάνουν.

Καθόλου καλή ερωτική προσέγγιση. Αλλά αυτή μου άρεσε. Μου άρεσε να είμαι dude. Κι ενω δεν το είχα σκαφτεί ποτέ πως ξεκίνησε απο τόσο παλιά, δεν σταμάτησα ποτέ να είμαι άλλος ένας dude μέσα στις αγοροπαρέες.

Μεγαλώνοντας η κοριτσίστικη φύση μου έφερε στη ζωή μου και τους γκόμενους. Κάθε "σαιζόν" και ένα καινούριο αντρικό παρεάκι με έναν νέο έρωτα μέσα, στον οποίο ήθελα να αποδείξω οτι ΚΙ ΕΓΩ ΜΠΟΡΩ ΒΛΑΚΑ. Νεροπίστολα αυτοί; bb guns εγω. Κόντρες και ντριφτ αυτοί; κόντρες και ντριφτ κι εγω. Τατουαζ αυτοί; μεγαλύτερα και περισσότερα τατουαζ εγώ! Δραματικές σειρές αυτοί; σκληρό πορνό εγω...

Κι έτσι ξεκίνησα την τεράστια πορεία μου που με έκανε να μπορώ να συνανστραφώ πολύ εύκολα με αντρικές παρέες γιατί απλά δεν με βλέπουν σα γκόμενα και ταυτόχρονα να δυσκολεύομαι όλο και περισσότερο να ταιριάξω με αυτόν τον περίεργο τύπου που γουστάρει να έχει μια κοπέλα που δεν είναι πάντα κοπέλα.

Το 2014 έκανα 16 μέρες διακοπές συγκατοικόντας σε μια σκηνή με 3 αγόρια φίλους μου. Εκεί ήταν που ανακαλύψαμε πως είμαι άλλος ένας άντρας φίλος τους που απλά του αρέσουν τα αγόρια, δηλαδή, είμαι ο γκέυ φίλος τους.

Το μεγάλο φιλτράρισμα της ζωής μου. My dudeness. 

Και ο πιο εύκολος τρόπος να καταλάβεις αν κάποιος σε βλέπει όντως σαν φίλη. Αν σε βλέπει σαν φίλη, μπορεί να σου πιάσει τα βυζιά anytime. Γιατί δεν τον καυλώνει, είσαι απλά άλλος ένας bro. Αλλά αν είστε φίλοι και δεν μπορεί, ίσως να μη σε βλέπει σα φίλη.
Χώρια οι φορές που κάποιοι δεν ντρέπονται να μου δείξουν το πουλί τους σε random άνετες στιγμές επειδή απλά "δεν μετράω" ή "άλλο εσύ".

Αυτή είναι η ζωή μου.
Χρυσόσκονη με λάσπη, φορέματα με αρβύλες, και πριγκίπισα και βατράχι.

ΥΓ. Δεν θα με βρείς ψηλά στον πύργο, στον κήπο αράζω, παίζω μπουγέλο με τον δράκο.