Wednesday, October 11, 2017

Κομμάτι 16 - Κάστανο

Δεν ήμουνα ποτε ρομαντική γιατί δε μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι διαλέγουν να εκφράσουν τον ρομαντισμό τους. Θεωρώ τον ρομαντισμό κλισέ. Όχι γιατί το κάνουν ολοι και το κάνουν με τον ίδιο τροπο. Αλλα γιατί κατα κάποιο τροπο επιβάλουν στους εαυτούς τους να ειναι ρομαντικοί για να ζήσουνε τη στιγμη. Το κλασικό "κάνω κατι για να το κάνω". Χωρις να υπαρχει κανένας αυθορμητισμος, σκέψη, δημιουργικότητα ή φροντίδα. 

Η αποχή μου απο τον ρομαντισμό με κάνει να μη ξέρω πως να ανταποκριθω σε αυτόν οταν μου τον προσφέρουν. Να πω ευχαριστώ; να παρω μια αγκαλιά; και οταν τον κάνουν ολοσωστα; οταν κι εγω νιώθω ολόκαρδα την χειρονομία; 

Καμία φορα οταν αγαπάω κάποιον, εχω κατι random στιγμές που η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει απο τον ποσο τον αγαπάω. Μου τα σκαει ετςι μόνο του, χωρις λόγο. Και δε κάνω τιποτα ποτε. Ούτε λεω κατι. Μπορει να τον κοιτάζω ή να παρω μια αγκαλιά σα χαζό. Αυτό σα χαζό. Δεν έμαθα ποτε πως να τα εκφράζω αυτα τα συναισθήματα. 

Και καμία φορα, σαν πιο χαζό ακομα, σαν παιδάκι δημοτικού, μπορει να βρω μια μπούρδα για δωρο και να τη δώσω κι εγω με καθόλου ρομαντικό τροπο στον αλλο. 

Να, βρήκα αυτη τη βλακεία. Τη βλεπω καιρο και μου θυμιζει εσένα, επειδη ειςαι κι εσυ βλακεία και να παρτο.

Κάπως ετςι. Σα χαζό παιδάκι δημοτικού. Και να το πετάξω και στη μούρη του αλλου και μετα να κάτσω στο καναπέ να φάω τουρτα σα να μην έγινε τιποτα. Always the tough guy. 

Η μετάφραση ειναι ένας τεράστιος εμετός αγάπης και καρδούλες και ποσοσεθελω και μημαφησεισποτε και αλλα τέτοια εφηβικά. 

Το κάστανο ειναι ένας καρπός που εχει κέλυφος και αγκάθια και χρειαζεται προετοιμασία, καθάρισμα, ψήσιμο και υπομονή για να τον φας. Αλλα όσοι τρώνε κάστανα το κάνουν σχεδόν ιεροτελεστικα. Γιατι αλλωστε το κάστανο μεςα, ειναι τρυφερό και νόστιμο και μπορείς να το κανεις ακομα και γλυκο.


Καμιά φορά είμαι λίγο κάστανο. Και στ´αληθεια, δεν περιμενω αυτόν που θα εχει την υπομονή να φτάσει στον καρπό. Αλλα αυτόν που θα αγαπησει τον καρπό, όσο ακομα ειναι λουλούδι...

Wednesday, September 27, 2017

Κομμάτι 15 - Δυστοπία

Είχα πάντα ανάγκη να φεύγω.
Είχα πάντα ανάγκη τα καταφύγια.

Έχω περάσει πολύ δύσκολά να γράφω αυτό το ποστ. Θέλω να χωρέσω πολλά πράγματα μαζί, να συνδεθούν τέλεια, με συνοχή και να είναι κατανοητά. Ταυτόχρονα, γράφω και ξεγράφω πράγματα που ίσως να μην ήθελα να είναι δημόσια και πράγματα που δε θέλω να έχουν να κάνουν με το τώρα.

Μετά, ότι έγραψα με έκανε να κλάψω. Δεν θέλω πια να γράφω πράγματα που με κάνουν να κλαίω. οπότε, θα παραθέσω μόνο όλες τις σημειώσεις για όσα ήθελα να πω. Χωρίς συνοχή, χωρίς σύνδεση.

Εγκλοβισμένη στο Παλαιό Ψυχικό.
Η ζωή στο κέντρο.

Με κατηγορούν.
Δεν καταλαβαίνουν.
Μόνη αλλά και όχι μόνη.

Η φαντασία μου και όλοι οι χαρακτήρες που έχω φτιάξει για να ξεφεύγω απο την πραγματικότητα.
Η ταυτόχρονη ανάγκη για επικοινωνία.
14 - Ο Πέτρος και η Λώρα
19 - Ο Κωστής και ο Σταύρος
21 - Ο Παναγιώτης και ο Billy

Οι χάρτες που φτιάχνω απο μικρή, με τις φανταστικές τοποθεσίες.
Οι ιστορίες που έγραφα, με τις φανταστικές ηρωίδες.
Τα όνειρα που κάνω.

Όλα ξεκίνησαν όταν σήμερα έκανα ένα τεστ στο ίντερνετ με τίτλο "What would a movie based on your SOUL would look like" και η απάντηση ήταν "A dark and damp dystopian sci-fi movie with lots of neon". Κι ενώ συνήθως απλά περνάω τις κενές ώρες μου με αυτά τα τεστ, it fucking got me.

Αυτό είμαι μέσα μου. Δυστοπική με πολύ νέον. Σκοτεινή με πολύ φως.

Ισορροπία.


Monday, September 25, 2017

Κομμάτι 14 - Πroblem Solver


Στη 1η γυμνασίου αποφάσισα ότι θέλω να γίνω ιατροδικαστής. Έβλεπα πολύ X-Files, ναι, αλλά ενθουσιαζόμουν με το γεγονός ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει τη γνώση για να δώσει τόσο σημαντικές πληροφορίες για τη λύση ενός μυστηρίου. Η μεγαλύτερη αλήθεια βέβαια ήταν πως δεν μπορούσα ποτέ να διαχειριστώ το να μη καταλαβαίνω κάτι που αφορούσε την ανθρώπινη πραγματικότητα, ακόμα και στον θάνατο. Ήταν εκστατικό για μένα να ξέρω πως ερευνώντας το σώμα ενός ανθρώπου, μπορείς να μάθεις μια ιστορία πίσω από την φαινομενική.

Αυτόματα βέβαια απέρριπτα την ιδέα διότι ήξερα πως ποτέ μα ποτέ δεν θα με έπειθα να διαβάσω τόσο ώστε να καταφέρω να φτάσω να κάνω αυτό το επάγγελμα. Έτσι, αντί να συγκεντρωθώ στο ανθρώπινο σώμα, συγκεντρώθηκα στον ανθρώπινο νου.

Πάντα ένιωθα ότι έχω χάρισμα να καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Καμιά φορά να τους καταλαβαίνω περισσότερο απ’ ότι αυτοί τους εαυτούς τους. Σα να μπορούσα να ξεπεράσω πολλά φίλτρα και να τους δω γυμνούς. Δε ξέρω αν ήταν ευφυΐα ή παρατηρητικότητα, αλλά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνήθιζα να επιβεβαιώνομαι για τις προβλέψεις μου που αφορούσαν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Στο σχολείο μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσω για δυο χρόνια μαθήματα ψυχολογίας τα οποία αντιπροσώπευαν όλη την αρχική ύλη των σπουδών της ψυχολογίας, με σκοπό την προετοιμασία μου για το πανεπιστήμιο. Και ήταν υπέροχα, σα να βλέπεις τα backstage από εντυπωσιακή ταινία. Και μετά ξεκινήσαμε να ασχολούμαστε με τις φοβίες, τη σχιζοφρένεια, τη παράνοια και όλο το μαύρο και ανεξερεύνητο κομμάτι του ανθρώπινου εγκεφάλου. Μιας και πάντα dark τύπος εγώ, άρχισα να συνδέω τις γνώσεις μου με ακραίες συμπεριφορές -δηλαδή φόνους. Ακραίους φόνους. Διάβασα μόνη μου εγκληματολογική ψυχολογία και στο τέλος του 2χρονου προγράμματος έκανα την “πτυχιακή” μου πάνω στην ανάλυση ορισμένων από των πιο διάσημων κατά συρροή δολοφόνων, βάση των διαφορετικών ψυχολογικών προοπτικών.

Και μετά τίποτα. Πήγα να γίνω δημοσιογράφος και βγήκα διαφημίστρια και παράτησα το όνειρο του επαγγελματία ψυχαναλυτή αλά το συνέχισα σαν χόμπυ. Το πρόβλημα με το χόμπυ είναι ότι οι άλλοι το παίρνουν ως ότι κάνεις την έξυπνη. Μπράβο, έχεις κι εσύ άποψη, που το ξέρεις ότι είναι έτσι; οπότε τις περισσότερες φορές που εντοπίζω κάτι δε μιλάω.

Πέρασα από διάφορα στάδια. Αυτό που μιλούσα διακριτικά γιατί δεν ήθελα ο άλλος να μείνει σε ένα ψέμα, αυτό που δε μιλούσα καθόλου για να μην πληγώσω κάποιον που θα ακούσει κάτι που δε θέλει για μια κατάσταση που αφορά ανθρώπους και αυτό που μιλούσα υπερβολικά χύμα γιατί δε με ένοιαζε πια.

Μέχρι που ήρθε η στιγμή να ασχοληθεί ένας επαγγελματίας μαζί μου. Ήθελα πάντα να πάω σε ψυχολόγο γιατί μου άρεσε να μιλάω για μένα. Θυμάμαι στα εφηβικά μου ξεσπάσματα να τσακώνομαι με τη μάνα μου και να της λέω πως μετά τα 30 θα φάω όλα τα λεφτά μου στους ψυχολόγους εξ’ αιτίας σου. Και έγινε. Στα 21, που έπαθα την πρώτη μου κρίση πανικού.

Περίεργο πως μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου μια εμπειρία που σε φέρνει κοντά στο θάνατο, αλλά στ’ αλήθεια δε σε έχει φέρει απολύτως καθόλου κοντά στο θάνατο, απλά εσύ έτσι νόμιζες. Και πέρασαν 10 χρόνια με ανεβοκατεβάσματα σε άγχος, φοβίες, πανικούς, ανασφάλειες και διαφορετικούς ψυχολόγους.

Αυτοπεποίθηση δεν είχα ποτέ. Από μικρή άκουγα από τη μητέρα μου να με συγκρίνει με άλλους. Γιατί δεν είσαι καλή μαθήτρια όπως οι άλλοι συμμαθητές σου. Γιατί δεν είσαι λεπτή όπως τα άλλα κορίτσια. Μόνιμα κάτι δεν είχα που με υποβίβαζε σε σχέση με τους άλλους. Ταυτόχρονα, με θεωρούσε θεά και ανώτερη όλων. Παράνοια. Αυτό ακριβώς το μοτίβο υιοθέτησα κι εγώ απέναντί μου. Μπορώ να με κάνω from hero to 0 σε δευτερόλεπτα και vice versa.

Έχοντας το “χάρισμα” από μικρή, δυστυχώς ή ευτυχώς, μπορούσα να δω και μέσα μου. Έως όπου μου το επέτρεπε η προοπτική μου. Ανέλυα πάντα βαθιά τις συμπεριφορές μου, εντόπιζα από που προέρχεται το κάθε τι και πελάγωνα με όσα δεν ήξερα πως να αλλάξω. Συνήθιζα να λέω σε άλλους ότι κάτι δε μπορώ να το αλλάξω, αλλά στ’ αλήθεια πάντα ήξερα πως το μόνο μου πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρω (ακόμα) πως να αλλάξω κάτι. Ή πιο συγκεκριμένα, από που να αρχίσω. Η αρχή ήταν το μόνιμο πρόβλημά μου σε όλα. Ακόμα και τώρα μου πήρε πολύ ώρα να συντάσσω random σημεία αυτού του κειμένου, έτοιμη να το παρατήσω, επειδή δεν ήξερα πιο θα ήταν το opening line. Όλη μου τη ζωή ψάχνω το opening line. Είτε μόνη μου είτε με βοήθεια.

Αυτό το κομμάτι μου φυσικά έχει να κάνει και με την ακραία υπερανάλυση που κάνω πάντα μέσα στο κεφάλι μου. Θέλω να κάνω problem solving αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να χαθώ σε 100 θεωρίες, να αφεθώ παρορμητικά στις μισές, να απορρίψω τις άλλες, μετά να αναθεωρήσω και τελικά να ανατινάξω τον σκληρό δίσκο στον εγκέφαλό μου. Εκεί είναι που ζητάω βοήθεια συνήθως. Όταν με βγάζω έξω απο το φράγμα της αυτοσυγκράτησής μου. Ποτέ δε ντράπηκα να ζητήσω βοήθεια, από φίλους, συντρόφους, ψυχολόγους. Και κυρίως με τους φίλους και τους συντρόφους, το θεωρούσα βασικό το να ξέρω ότι θα έχω βοήθεια ή ότι θα μου ζητήσουν βοήθεια. Για μένα όλο αυτό ήταν εμπιστοσύνη, δέσιμο και φυσικά, η προσωπική μου ικανοποίηση ότι είμαι χρήσιμη. Δεν είναι κακό να νιώθεις χρήσιμος άμα είσαι. Sure, είναι εγωιστικό και καθόλου αλτρουιστικό για να μην κοροϊδευόμαστε και ναι πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα δώσει καλύτερη βοήθεια, αλλά είσαι εκεί ή κάποιος σε έχει διαλέξει για να του δώσει βοήθεια, οπότε γιατί όχι.

Όμως εγώ πάντα έπαιρνα και τρομερή ικανοποίηση στο να καταφέρνω να κάνω κάτι μόνη μου. Οι φίλοι, έλεγα παλιά, στα δύσκολα φαίνονται. Αναθεώρησα μεγαλώνοντας Οι πραγματικοί φίλοι φαίνονται όταν χαίρονται με τη χαρά σου. Ενδεχομένως το έχω ξανά αναλύσει εδώ αυτό. Έτσι κι εγώ ήθελα περισσότερες φορές να προλαβαίνω να κάνω κάτι μόνη μου και μετά σαν περήφανο παιδάκι που πάει στους γονείς του, να λέω “να! κοίτα τι έφτιαξα, το έκανα μόνη μου, δεν ταλαιπώρησα κανέναν. Ρώτησα το google”. Success! Και να μου αρκεί ένα όμορφο χαμόγελο. Είναι τρομερό πόσο αρκεί καμιά φορά ένα χαμόγελο.

Δεν είμαι όμως πάντα η δυνατή που τα βρίσκει όλα μόνη της. Και δε θέλω να είμαι. Δεν το βρίσκω ανθρώπινο. Πόσο μόνη θα ένιωθα αν όλα τα έλυνα μόνη μου. Δε θα έλυνα τη μοναξιά μου. Θέλω να έχω ανθρώπους δίπλα μου να μου θυμίζουν ότι έχω μεγαλοποιήσει πολύ τα πράγματα στο μυαλό μου. Ή να με ξέρουν πολύ καλά, γουστάρω τρομερά να με ξέρει κάποιος καλά και να μιλάει για μένα και τις συνήθειές μου και να ξέρει τις παραξενιές μου και τα γούστα μου. Ή απλά κάποιον να μου λέει, δε θα πάθεις τίποτα.

Και να κάνω κι εγώ το ίδιο. Όλοι το έχουμε ανάγκη αυτό.
Στη ψυχολογία, υπάρχει μια κατάσταση που λέγεται “learned helplessness”, δηλαδή, η τάση να παραιτούμαστε από οποιοαδήποτε προσπάθεια να ελέγουμε το περιβάλλον μας (όπου περιβάλλον στη ψυχολογία είναι είτε το εξωτερικό είτε το εσωτερικό μας). Αυτή η κατάσταση συνήθως είναι προγραμματισμένη μέσα μας, προερχόμενη από μια εμπειρία κατα την οποία σταθήκαμε ανίκανη να πάρουμε τον έλεγχο. Αυτό δημιουργεί μετέπειτη ανικανότητα ή/και άρνηση στο να προσπαθήσουμε να έχουμε τα ηνία. Πιο απλά, όταν οι εμπειρίες των ανθρώπων τους κάνουν να πιστεύουν πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να αλλάξουν την ζωή τους, σταματάνε να προσπαθούν. Ταυτόχρονα, προσπαθούν να προκαλέσουν αρνητικές εμπειρίες, ώστε να αυτο-επιβεβαιωθούν λανθασμένα.

Ο δικός μου τρόπος για να βοηθώ τον εαυτό μου είναι να βοηθώ και άλλους. Δεν είναι ότι κάνω φιλανθρωπίες και δωρεές. Πιο μικρά, πιο κοντινά πράγματα. Αυτά που για την ώρα ξέρω πως να μετέχω 100% χωρίς να είναι μια στιγμή. Για την ώρα...

Η δικιά μου έλλειψη αυτοπεποίθησης με κάνει να θέλω να τονίζω στους άλλους τα καλά τους. Με πληγώνει ειλικρινά να νομίζει κάποιος ότι δεν έχει αγαθά μέσα του όταν οι άλλοι τα βλέπουν. Και σε αντάλλαγμα αυτό με κάνει να έχω αυτοπεποίθηση. Το να βλέπω τον άλλο να κερδίζει απέναντι στον εαυτό του και να έχω βοηθήσει κάνει και τα δικά μου insides να μηδενίζουν τους δυο μεγαλύτερους φόβους μου. Την αποτυχία και την απόρριψη.

Πρόσφατα ένας άνθρωπος, μιλώντας για δικό του βίωμα, μου είπε:
“Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αποτύχεις, 1,2,5,10,100, ε του πούστη, κάποια στιγμή θα αποτύχω με όλους και ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ”.

Αλλά για να πετύχεις δε μπορείς παρά να επιμείνεις. Στη τύχη, την επιστήμη, την γνώση, ΣΕ ΣΕΝΑ, στους ανθρώπους… κι εμένα μου αρέσει να επιμένω στους ανθρώπους, ειδικά σε αυτούς που φοβούνται πόσο κακοί είναι. Γιατί αυτοί είναι (είμαστε) οι καλύτεροι.

Thursday, September 21, 2017

Κομμάτι 13 - Προσωπείο

Οταν ήμουν μικρή, μεγάλωνα στο σπιτι του παππού και της γιαγιάς. Μενανε στον 4ο, ρετιρέ σε μια πολυκατοικία στο Νέο Ψυχικο. Έβγαινα στο μπαλκόνι και περνούσα την ωρα μου παρατηρώντας όλες τις ζωές των ανθρώπων στις άλλες πολυκατοικίες, καμία φορα κοιτώντας τους και με κατι παλιά κυάλια-αντίκες του παππού. Θυμάμαι δεξιά που συνήθιζα να χαζεύω ένα ζευγάρι που συχνά είχε καλεσμένους τους φίλους του, στην απέναντι γωνία ένα τύπος που έβγαινε γυμνος και αραζε στο περβάζι του καπνίζοντας -ποσο κινηματογραφικός και θλιμμένος μου έμοιαζε. Δίπλα πολλα παιδάκια. Κάνανε πολυ φασαρία. Μπροστά το μπαλκόνι μας έβλεπε την πιςω μεριά μιας μεγάλης εκκλησίας. Θυμάμαι να τη χτίζουμε. Οπως θυμάμαι να χτίζουμε και τον πεζόδρομο απο κατω. Μου άρεσε να πετάω πράγματα απο τη μπαλκόνι και μια μερα πέταξα ένα κρεμμύδι, κύλησε σε μερικά κλαδιά του μεγάλου πεύκου που ανέβαινε μεχρι το μπαλκόνι μας και έπεσε στο κεφαλι ενός εργάτη. Γρήγορα έσκυψα να μη με δει, αλλα μετα απο λιγο έβγαλα τη φάτσα μου να κοιτάξω. Με είδε και μου είπε "θ´ανεβω πάνω!" θυμωμένα κι εγω με ερπην γυρισα μεςα στο σαλόνι και έκλεισα τη πόρτα. Στ αριστερά χάζευα έναν κύριο που αραζε στο μπαλκόνι του με τη κλασικό άσπρη φανέλα και βράκα και διάβαζε την εφημερίδα του. Οι απο κατω του είχαν ένα σκύλο. Πέταγα και σ αυτους κρεμμύδια ή μανταλάκια. Παρατηρούσα τον κύριο να ξαφνιάζεται και να προσπαθεί να καταλάβει απο που του ήρθε αυτο. Δε ξέρω τι κόλλημα ειχα με αυτο. Οι πιο δίπλα μπαλκόνι-κήπο και μακριά σε μια απέναντι πολυκατοικία, το μεγάλο σαλόνι. 

Και μετα, ηταν το πιςω μπαλκόνι. Αυτο που έβλεπε στον ακάλυπτο. Στο πιςω μπαλκόνι, ησυχία. Σπάνια έβγαινε κάποιος. Καμία φορα μόνο οι απέναντι του ισογείου που είχανε κηπακο και σκύλο. Τον είχαν δεμένο. Τον λυπομουν. Ιςως να ειχα προσπαθήσει να του πετάξω φαγητό, αλλα νομίζω ηταν πολυ μακριά. Ιςως να ειχα δει και καμία κυρία ακομα να κρεμάει τα πλυμένα. 

Οταν έβγαινα βόλτες κοίταζα απο μπροστά τις πολυκατοικίες που η πιςω μεριά τους μοιραζόταν τον ακάλυπτο με εμάς. Ολα στην εντέλεια. Αλλα εγω σκεφτόμουν "χα! Δε με ξεγελατε με τη τελεια εμφάνιση σας, ξέρω πω ειστε απο πισω!". Και καθε φορα που γύριζα σπιτι, έτρεχα να ρίξω μια ματια στον ακάλυπτο απο τη πιλοτή της πολυκατοικίας. Στ αλήθεια δεν είχε πρόσβαση και μου φαινόταν παράλογο. Κι αν καποια έριχνε κατι; πως θα το επερνε πιςω; Ηταν ένας άλλος κόσμος ο ακάλυπτος, που μπορούσα μόνο να τον δω απο ψηλά, χαμένο στην άγρια βλάστηση του. 

Κι εκει πέταγα πράγματα. Κλασικά, κρεμμύδια και μανταλάκια. Η δίπλα πολυκατοικία ηταν πιο κοντή και έβλεπα την ταράτσα της. Συχνά σκεφτόμουν αν κάποιος θα μπορούσε να φτάσει εκει απο τα μπαλκόνια που επικοινωνουν. Στη ταράτσα αυτη είχε κατι μπάλες, αυτές τις κλασικές παιδικές που έχουν και στα περίπτερα. Χρονο το χρονο σάπιζαν και ξεφούσκωναν. Αυτές οι μπάλες ηταν εκει μόνες τους στις καιρικές συνθήκες και στον χρονο. Ιςως να ηταν ακομα εκει. Τόπος δεν είχε ζωη εκει πιςω. Όσο κι αν πέταγα κρεμμύδια και μανταλάκια, άκουγα μόνο τον ήχο τους οταν σκάγανε. Δεν διαταραζοταν καμία ησυχία. Και ολα μενανε εκει για πάντα. 

Τα μπαλκόνια στον ακάλυπτο δείχνουν ποιοι ειμαςτε. Μπροστά ειναι ολα καθαρά και όμορφα. Αυτο που θελουμε να δείξουμε. Πισω, ειναι παρατημένες πάντα όλες οι σαβούρες που δε θελουμε να ξεφορτωθούμε. Τις έχουμε εκει για πάντα γιατί δε θελουμε να τις πετάξουμε. Και μένουν εκει, πισω, για πάντα. Στην άρνηση. Δε σκουπίζει κανεις συχνά το πιςω μπαλκόνι. Το αφήνει να πλενεται απο τα ρούχα που στάζουν καθώς στεγνώνουν. Οι περισσότεροι δηλαδη κρεμάνε τα ρούχα τους πισω. Σα να ντρέπονται τη καθαριότητα. Δεν μπορεις αλλωστε να δειχνεις πολυ καθαρος για να επιβιώσεις. Θα πέσουν να σε φάνε. Οι πολυκατοικίες στην Αθήνα περιγράφουν όλη την ανθρωπότητα. 

Ο παππούς πέθανε, ο τρελός θείος μπήκε στο ψυχιατριο και η γιαγιά στο γηροκομείο. Το σπιτι πουλήθηκε και μια καινούρια ιστορία συμβαινει τωρα μεςα σε αυτο. Και το σπιτι ξέρει τα χρονια που περασα μεςα του, προσωποποιώντας και δίνοντας χαρακτήρα στους τοίχους του. Και στους τοίχους των φίλων του τριγύρω. Δίνοντας τους περισσότερη σημασία απο τους ανθρωπους. Δε θα το πει σε κανέναν ομως. 


Οι ακάλυπτοι. Τι θλιβερό και υπέροχο πράγμα. Η κρυμμένη μας πραγματικότητα που δε θελουμε να μοιραζόμαστε. Και ομως, ειναι για ολους ίδια. 

Sunday, September 17, 2017

Κομμάτι 12 - Η γιαγιά μου


“Women are hormonal”
Οι γυναίκες είναι ορμονικές, είπε η Lynne Koplitz για να ορίσει με χιούμορ τις αλλαγές διάθεσης της γυναίκας, αλλά και την πολυπλοκότητά της.
Είμαι γυναίκα, άρα είμαι κι εγώ μια ορμονική ύπαρξη, άρα έχω ένα χάος στο μυαλό μου το οποίο συνδέετε άμεσα με το σώμα μου. Πέφτω κάτω, κλαίω, νιώθω ευάλωτη (enter και λίγη κοινωνία και σεξισμό εδώ), δεν αξίζω για τίποτα, είμαι τιποτένια και τα λοιπά.

“I don’t trust anything that bleeds for five days and does not die”
Είπε ο Mr. Garisson για τι  γυναίκες και περιέγραψε με απόλυτη επιτυχία, όλη τη μαγική και μαγευτική επιβίωση που έχουμε μέσα μας. Ξεκινώντας από το μουνί, μέχρι την ιδιοσυγκρασία

Αναγκαστικά λοιπόν, θέλω δε θέλω, η φύση μου με κάνει να επιβιώνω. Η φύση μου επίσης (ψυχολογική, σωματική, κοινωνική, όλα!) με κάνει να νομίζω ότι δεν θα επιβιώσω.

Truth be told.
Έχω ζήσει 31 καλοκαίρια. 31 άνετα καλοκαίρια θα έλεγα. Δεν έχω περάσει δύσκολα, δεν έχω πιεστεί καθόλου κι θεωρώ πως έχω βγει σχεδόν αλώβητη από τον θείο μου που μέθαγε και γύρναγε σπίτι για να επιχειρήσει να με πνίξει με το μαξιλάρι όσο η γιαγιά κι ο παππούς μου τον τραβούσανε από πάνω μου. Ετών 7.

Και ο παππούς μου πέθανε. Και η γιαγιά μου ζει ακόμα, έχοντας επιβιώσει κάθε σωματικό και μη χτύπημα. It’s the female way.

Οπότε να μαι κι εγώ, να προσπαθώ να κάνω turning point στη ζωή μου με το να πλασάρω τον εαυτό μου σαν προϊόν και να πρέπει να με μαρκετάρω και να με στηρίξω και να με προωθήσω. Και όλα αυτά γρήγορα, για να προλάβω να πέσω εντός χρονικού ορίου για τα πρώτα fails που θα με ξαναστήσουν δυνατότερη και πιο έμπειρη. Και δε το κάνει πολύς κόσμος αυτό. Δουλεύω με συνεχή επαναπρογραμματισμό για να προσαρμόζομαι σε καινούριες συνθήκες που είτε τις δημιουργώ ή ίδια, είτε όχι και επενδύω ασταμάτητα στο να με αναβαθμίζω σε κάθε επίπεδο του εαυτού μου για να είμαι κάθε φορά λίγο καλύτερη πρώτα για μένα και κατ’ επέκταση για τους άλλους.

This is a full time job. Και τώρα δουλεύω κι άλλο για να με κάνω κάτι καινούριο, άπειρα τρομακτικό, το οποίο ξέρω ότι θα αποτύχει, μόνο και μόνο για να μπορέσει να πετύχει αργότερα. Και όλο αυτό, το κάνω έχοντας 2 ή 3 backup plans και πολύ δυνατό time management. Heck! Έχω περάσει περίοδο στη ζωή μου που είχα σταθερή δουλειά, δεύτερη δουλειά από το σπίτι, σχεδόν καθημερινές προπονήσεις σε χορό και ακροβατικά, γκόμενο και φίλους. Δεν έμεινε πίσω τίποτα.

Α! Και είμαι 31, loving it cause i’m fucking wise, μοιάζω κάτω από 25, και είμαι παντελώς έφηβη, χωρίς να χρειάζεται στιγμή το ένα να επηρεάσει το άλλο με αρνητικό τρόπο. Dude, εσύ εφηβικό δράμα μετά, εσύ εκεί, adulting, NOW!

Και στο τώρα, παίζω όλη μου τη ζωή, δίνοντάς μου μόνη μου την ευκαιρία μου. And that’s pretty badass. Και το μόνο που έχω ανάγκη είναι στήριξη. Και δεν εννοώ, ελάτε εδώ και κάντε πράγματα για μένα, δώσε μου λεφτά, κουβάλησε κάτι, μάζεψε και λίγο. Πάμε μια βόλτα, ας φάμε ένα ωραίο φαγητό, να πούμε μια όμορφη κουβέντα ο ένας για τον άλλο. Απλή, βαρετή καθημερινότητα. Θετική εκτόνωση.

Τέλος πάντων. Τrophy wife. Να γυρνάω σπίτι, να έχει ζεστό νερό και φαί και να με φέρνει σε οργασμό για αποθεραπεία πριν με πάρει βαθιά ο ύπνος. Αυτή θα ήταν μια γαμάτη στήριξη. Γιατί τι θέλουμε όλοι στο τέλος της ημέρας; αγάπη και φροντίδα. Και να τη πάρουμε και να τη δώσουμε (και προσωπικά είμαι τελείως γατούλα της αλληλοφροντίδας)

Η γιαγιά μου πέρασε 3 πολέμους. Εγώ πέρασα 3 ψυχολόγους γιατί πάθαινα κρίσεις πανικού. Είμαι σίγουρη πως αν η γιαγιά μου καταλάβαινε τι είναι κρίσεις πανικού, θα μου έλεγε πως το να ΜΗΝ έχεις ηρεμία, είναι πολυτέλεια...

Wednesday, August 23, 2017

Κομμάτι 11 - Ο προορισμός

"Τα βιβλία πρεπει να τα σέβεσαι." Θυμήθηκα ξαφνικά οτι κάποιος, καπου πρεπει να είχε πει. Θυμήθηκα επίσης πως πολλοίς άνθρωποι έχουν κάψει βιβλία και αλλοι τοσοι έχουν στοιχειωθει απο αυτο. Πόσοι άνθρωποι θα έχουν ξοδέψει το μυαλό τους στο να σκέφτονται για το σεβασμό στα βιβλία. Και πόσοι απο αυτούς, σκέφτονται απλα το χαρτί;

Σελίδες και μελάνι. Αυτο σκέφτηκα εγω διαβάζοντας τη Ντε Μπωβουαρ. Τα βιβλία ειναι σελίδες και μελάνι. Δε θα ήθελα ποτε να πετάξω ένα βιβλίο, να το κακομεταχειριστω, να του φερθώ βάναυσα. Αλλα γιατί τόσος φόβος και τοςο αγχος για τα βιβλία; αλλο ένα κομμάτι της υποκρισίας του ανθρώπου. Ένα βιβλίο ειναι σημαντικό. Και λίγοι καταλαβαίνουν πως το σημαντικό του κομμάτι ειναι αυτο που αποτυπώνεται στο κεφαλι σου οταν το διαβάσεις. Σέβεσαι και θαυμαζεις το έργο και τον άνθρωπο που το δημιούργησε. Κι ομως φαίνεται πως οι πολλοί σέβονται και θαυμάζουν τον βιβλιοδετη και τη μηχανή τυπώματος. 

Ετςι θα αγοράσεις ένα συλλεκτικό τεύχος, χειροτερο, με σκληρό εξώφυλλο και χρυσα γράμματα και σφραγίδες απο κερί και δε ξέρω κ εγω τι. Θα ειναι σε μια θήκη για να το δείχνεις. Όμορφο και ανέγγιχτο. Χωρις κανένας ποτε να δώσει σημασία στο περιεχόμενο του. 

Δε τα εχω με τα βιβλία. Με τους ανθρωπους. Μοιάζει σα να πηγαίνεις στον πιο όμορφο προορισμό και να μιλάς μόνο για το πλοίο. Μεγάλο το πλοίο, πολυτελές το πλοίο, καλη κουζίνα είχε το πλοίο. Και να τελειώνει εκει. Και μόλις το πλοίο χαλασει, στεναχωριέσαι παρ´ολο που υπάρχουν κ αλλα πλοία να σε πάνε στο ίδιο μέρος. 

Και μετα αναρωτήθηκα, εγω πίστευα ποτε οτι σημασία εχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός; ειμαι σίγουρη πως  πίστευα πως το ταξίδι (με καλη παρεα) ειναι η μισή διασκέδαση. Αλλωστε το ειχα ζήσει τοσες φορές το να ειναι πραγματικά διασκεδαστικό το ταξίδι. Πιο πολυ ομως για την ανυπομονησία του που με πάει. Δεν ηταν ποτε το ίδιο η επιστροφή. Αλλα πίστευα ποτε στη σημασία του ταξιδιού και όχι του προορισμού; 

Μα τι λεω. Το σκέφτομαι κυριολεκτικά ενω η φιλοσοφία αυτη μιλάει αλληγορικά για το ταξίδι προς ένα στόχο, επίτευγμα, βελτίωση στη κοκ. Αλλα κι αν όχι;

Δεν μου αρέσουν τα ταξίδια. Θα ήθελα να δω όλο το κόσμο αλλα να χτυπάω τα δάχτυλα μου και να βρίσκομαι στον προορισμό. Αλληγορικά πάλι, σα να λεω, δε θελω να προσπαθησω. Θελω να μου ρθει ουρανοκατεβατο. 

Ουφ. Έμπλεξα τις φιλοσοφίες. Μίλαγα γι αυτούς που εκτιμούν το μέσο περισσοτερο απο αυτο που τους προσφέρει. Σε αλλο επίπεδο. Όχι στο επίπεδο της προσπάθειας για να καταφέρεις κατι. 

Λυπόμαστε τα βιβλία σα να ξεχνάμε τι διαβάσαμε. 

Θυμήθηκα κι ένα άτομο που ξέρω. Προτιμάει να ειναι "εναλλακτικός" ο τρόπος ζωής που επιλέγει απλα για να το λεει, για να στο τρίβει κάπως λιγο στα μούτρα και να νιώθει ανωτερότητα. Χωρις ποτε να ζει εναλλακτικά για αυτο που θα αποκομίσει. Και αλλάζει εικόνες ώστε το όμορφο να γινει άσχημο και το άσχημο όμορφο μόνο και μόνο για να εκπληρώσει και ικανοποιήσει αυτο που πιστεύει οτι πρεπει να ειναι το καλύτερο. 

Γνώρισα πολλούς ανθρωπους που με τον ένα η τον αλλο τροπο παίζανε στα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα. Κι εγω ήμουν πάντα το παιδάκι που φώναζε, μα ο αυτοκράτορας ειναι γυμνός. Κι ομως ποτε κανένας δεν με ακολουθούσε. 

ΥΓ. Τα συναισθήματα ενθουσιασμού μου τα κρύβω τοςο πολυ. Ποςες φορές κατι μου έφερε σχεδόν δάκρυα στα ματια. Κατι απλό. Ένα πανηγύρι, ένα πλήθος σε έκσταση ή ένα τοπίο. Μα ποτε κανεις δεν άφησα να το καταλάβει. Το πως χτύπαγε η καρδιά μου απο ενθουσιασμό. 

"Ειναι παράδεισος" μου είπε. Μα εγω είδα μόνο αμμόλοφους και βράχια. Ατελείωτος ξερότοπος που καιγότανε μόνιμα απο τον ήλιο. Κι εγω ονειρεύτηκα ποτάμια που χύνονται στη θάλασσα, τεράστια πλατάνια να ακουμπάνε για να πίνουν νερό και τυρκουαζ ή εξαντλητικά γαλανά χρώματα. Του το δίνω ομως. Γιατί οι ατέλειωτοι αμμόλοφοι και εκείνο το περίεργο σεληνιακό τοπίο με πυροδότησαν. Ιςως ο παράδεισος μου να μη με έκανε ποτε να εμπνευστώ τοςο πολυ. Να σκεφτώ τοςο πολυ και να γράψω κατι λιγο για αυτόν. Αλλα μόνο τα άσχημα με κάνουν να γράφω.

Δεν ειναι άσχημα εδω. Απλα δεν ειναι του γούστου μου. Σκέφτηκα και κάπως στεναχωρέθηκα να φύγω. Σα να έγινα ξαφνικά ένα με το ξερό τοπίο στη καρδιά μου. 

Κάπως ετςι θα έπρεπε ολοι να εκτιμάνε τα πράγματα. Όχι για να το λένε. Αλλα για να κρατάνε κρυφά στη καρδιά τους τη στιγμη που δεν άφησαν ένα δάκρυ να κυλήσει απο σεβασμό και δέος γι αυτο το τοπιο που σε άφησε να κοιμηθεις πάνω του για λιγο. Κι ας κάθομαι να λεω μετα ποσο δύσκολα περασα. Δεν χρειαζεται να ξέρουν κατι αλλο. Τα υπόλοιπα ειναι μόνο λόγια. Κι αυτοί που λένε λόγια ιςως να μην ένιωσαν τιποτα. 


Τα βιβλία ειναι μόνο το άψυχο μέσο. Και ο προορισμός δεν ειναι το ταξίδι που τελείωσε, αλλα ενα καινούριο που αρχίζει. 

Thursday, December 22, 2016

Κομμάτι 10 - Ένα όνειρο

Το παρακάτω είναι ένα όνειρο που είδα πριν αρκετά χρόνια. Απο όλη αυτή την παράνοια εικόνων που συνέβη στο κοιμισμένο μου μυαλό, πάντα θυμόμουν μόνο το τέλος, γιατί τα συναισθήματα που μου είχε αφήσει ήταν τρομερά έντονα. Απόψε βρήκα ένα έγγραφο στο οποίο κατέγραψα το όνειρο πριν το ξεχάσω, ως συνήθως, με αρκετά ποιητικό τρόπο. Στ' αλήθεια δεν υπάρχει συνοχή γιατί είναι όνειρο, αλλά πολλά σημεία του είναι πραγματικά εγώ.




Δεν ξεκίνησα μόνη. Υπήρχε κι εκείνος μαζί μου. Με κοίταζε τόσο ερωτικά και ζεστά, και ας τον ήξερα τόσο λίγο. Αναρωτήθηκα πως καταλήξαμε μαζί. Θυμάμαι να μου λέει ότι έχει κοπέλα, τη Δάφνη, θυμάμαι να γνωρίζει τον πρώην μου που δεν είχα ξεπεράσει ακόμα. Τα θυμάμαι. Αλλά δε με ένοιαζε τίποτα. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν που εκείνος ένιωθε περισσότερα από μένα.

Μικρό χάος. Η πόρτα του υπογείου ανοίγει και βρισκόμαστε στον πλημμυρισμένο υπόνομο. Από την ερωτική έλξη στο μαύρο σκοτάδι, να πνιγόμαστε από τα γκρί νερά. Κάπου ίσως υπήρχε μια ανοιχτή πόρτα, ίσως γι΄ αυτό το νερό να φαινόταν τόσο έντονα μέσα στο σκοτάδι. Γκρι. Χωρίς θερμοκρασία όπως το χρώμα του. Και τότε κάτι μας ρούφηξε και μας έφτυσε σε έναν άλλο κόσμο.

Μαζί ή μόνη, δεν ήξερα ακριβώς. Συναισθηματικό χάος και αποπροσανατολισμός. Κοίταξα το τοπίο, ήταν ότι πιο μαγικό είχα δει. Ένα πανέμορφο δάσος το οποίο έμοιαζε με έναν -εγκαταλελειμμένο στους αιώνες- κήπο. Ποτισμένο από την υγρασία της βροχής, πλούσιο σε φυλλωσιές και γρασίδι. Έντονο πράσινο, έπαιζε στα μάτια μου ευχάριστα μετά το άτονο γκρίζο του νερού. Στη μέση κενό, ίσως με μερικά αρχαία γκρεμίσματα, τριγύρω δέντρα. Και ο ουρανός περίεργος. Σκοτεινός. Ένιωθα να είναι μέρα, αλλά δεν ήταν. Και αυτό ήταν το μόνο που με έκανε να νιώθω ότι δεν είμαι ευπρόσδεκτη εδώ. Δεν είναι ο κόσμος μου εδώ, δε με θέλανε εδώ. Κι όμως εγώ εδώ ήθελα να είμαι, αλλά δε μου άνηκε τίποτα. Δαίμονες. Δαίμονες παντού. Με ψάχνουν. Μαύροι φτερωτοί δαίμονες, με ψάχνουν για να με διώξουν. Άγχος, αλλά όχι φόβος. Μια αποκάλυψη μέσα μου, μου έλεγε ότι είναι πεπρωμένο να βρίσκομαι εδώ και να μη τους φοβάμαι.

Εμφανίστηκε εκείνη. Ψηλή, κόκκινα μαλλιά και κόκκινα μάτια. Ίσως να μου έμοιαζε αλλά πώς να το ξέρω. Σ΄ αυτό τον κόσμο δεν γνώριζα το είδωλό μου στον καθρέφτη. Ήμουν εγώ, αλλά ποια είμαι εγώ. Εκείνη ήταν πανέμορφη μα με μισούσε. Με κυνήγησε σε στενούς διαδρόμους γεμάτους εμπόδια. Μέσα μου ήξερα ότι δεν ήταν η πρώτη φορά. Ίσως και αυτή και οι δαίμονες να με γνωρίζουν από μια άλλη ζωή που εγώ δεν θυμάμαι, αλλά ξέρω ότι υπήρξε.

Και τότε η πόλη. Μια σύγχρονη μεγαλούπολη ανάμεσα από τα μυστήρια δάση. Ο κόσμος της υπό το καθεστώς των δαιμόνων. Ζούνε τη καθημερινότητά τους, δουλεύουν, αγαπάνε, ζουν. Φοβούνται. Κι εγώ ανάμεσα από τις τεράστιες τσιμεντένιες πολυκατοικίες, ψάχνω να βρω κάποιον να μου εξηγήσει πράγματα που δε χρειάζονται εξήγηση. Μπαίνω μέσα σε ένα κτίριο με πολλά διαμερίσματα. Οι άνθρωποί του προσπαθούν να με κρύψουν. Τους είμαι απαραίτητη. Με χρειάζονται εκεί. Το πεπρωμένο. Έχω σκοπό εδώ πέρα. Και τότε έρχονται πάλι οι δαίμονες. Το άγχος ξανά μεγαλώνει αλλά ο φόβος εξακολουθεί να είναι απών. Οι άνθρωποι προσπαθούν να με κρύψουν αλλά οι δαίμονες μπαίνουν με βιαιότητα από τα παράθυρα. Τζάμια που σπάνε, θόρυβος. Πρέπει να φύγω από το θόρυβο. Κατεβαίνω σκάλες σχεδόν χωρίς να πατάω πάνω τους, βγαίνω έξω και τότε με βρίσκουν. Κοιτάζω δεξιά και τους βλέπω στη γωνία. Ορδή. Οι μαύροι δαίμονες με είδαν. Κι εκεί ανακαλύπτω τη δύναμη. Δε μπορώ να τρέχω άλλο. Σηκώνω το χέρι και το απλώνω προς το μέρος τους, είμαι γαλήνια, τους σταματάω. Αλλά σταματάω αυτούς; Τους ακινητοποιώ; Ή μήπως είναι οι χρόνος που λύγισα και τον πάγωσα αρκετά έως ότου να ξεφύγω;

Στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Εκεί με έχουν βάλει για να με προστατέψουν, να με κρύψουν. Το σκοτάδι είναι φίλος, ίσως και μερικά κεριά. Το φως τους όμως το τρώει το σκότος. Μου αρέσει όμως, η ατμόσφαιρα είναι ερωτική. Ψηλά ένα παράθυρο για να μπαίνει το φως. Γιατί όμως να είναι ερωτική η ατμόσφαιρα; Είναι κάποιος μαζί μου; Ή κάποιον περιμένω, να πετάξει μέσα από το παράθυρο. Και ποιος είναι αυτός; Είναι το ταίρι που ήρθαμε μαζί εδώ; Η είναι κάποιος άλλος, απρόσωπος που θέλω να αγαπήσω;

Τελευταίο κεφάλαιο. Ο αέρας μάλλον είναι δυνατός αλλά δε τον νιώθω στο πρόσωπό μου. Οι δαίμονες πρέπει να εξοντωθούν, το ίδιο και αυτή. Αλλά αυτή ήταν εύκολη λεία. Στέκομαι πάνω στην άμμο και κοιτάζω τον ορίζοντα. Ο ουρανός είναι κατακόκκινος και η θάλασσα μαύρη και αγριεμένη. Μπροστά μου ο άρχοντας Δαίμονας με περιμένει, αλλά πρώτα πρέπει να εξολοθρευτεί ο υπαρχηγός του. Στα χέρια μου βρίσκεται μια μικρή νεκροκεφαλή με κόκκινα μάτια. Πως βρέθηκε αυτή εδώ; Κάπου πρέπει να την απέκτησα, δεν πρέπει να έρθει στα χέρια τους. Το σώμα μου σηκώνεται, αιωρείται, πετάω. Μόνο τώρα νιώθω τον αέρα. Πετάω πάνω από τη θάλασσα και το ρίχνω με όση δύναμη έχω, αλλά δε φεύγει αρκετά μακριά, να χαθεί στα βάθη της θάλασσας. Έκανα μαλακία. Δεν υπάρχει χρόνος. Γυρνάω και ξανακοιτάω την ακτή. Μέσα από την χρυσή άμμο ξεπροβάλει ένας βράχος με 3 θέσεις για σπαθιά. Ο Δαίμονας έχει το ένα. Πετάω με φόρα και αρπάζω το άλλο, το τραβάω και βγαίνει από το βράχο. Ο Δαίμονα ξαφνιάζεται. Δε θα έπρεπε να μπορώ να το βγάλω. Κανένας δε μπορούσε. Το τρίτο σπαθί λείπει. Κοιτάζω το σπαθί μου. Κι άλλες αναμνήσεις. Έχω υπάρξει ξανά στη μάχη. Στον ίδιο τόπο. Με τον ίδιο Δαίμονα. Αλλά με το τρίτο σπαθί. Διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά και τα 3 με έναν σταυρό στην άκρη της λαβής τους.

Στο αέρα ξεκινά ο πόλεμος. Έχω μεγάλη πίστη σε μένα. Τα σπαθιά μας χτυπιούνται μεταξύ τους για ώρα και δε νικάει κανείς. Ίση δύναμη που δε μπορεί να ξεπεραστεί από καμία πλευρά. Και τότε καταφέρνει να πάρει το προβάδισμα και να βρεθεί κοντά μου. Με σπρώχνει και με ρίχνει σε ένα τοίχο. Έρχεται μπροστά μου, η ανάσα του αγγίζει το πρόσωπο μου. Και είναι τόσο όμορφος. Δεν έχουμε δύναμη να παλέψουμε. Με αγκαλιάζει, κοιταζόμαστε και η σεξουαλική έλξη μεταξύ μας χτυπάει πιο δυνατά απ’ ότι τα σπαθιά μας πριν λίγο. Το ίδιο και τα συναισθήματα. Δε ξέρω τι είναι, αλλά αυτόν θέλω. Αυτός είναι. Ο εαυτός μου, το είδωλο στο καθρέφτη, ακόμα δε με γνωρίζει. Αλλά είμαι δικιά του. Εγώ στο σκοτάδι του κι αυτός στο φως μου. Θα αφεθώ…


Ξύπνησα.